Κατ’ αρχήν να δηλώσω ότι το λεωφορείο μου αρέσει. Αν υπήρχε λεωφορείο θα το χρησιμοποιούσα. Αλλά αυτό το πράμα που ήρθε το πρωί τρίζοντας δεν ήταν λεωφορείο. Ήταν τα παιδικά χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πότε έγινε αυτό; Το ’60, έτσι δεν είναι; Όχι, όχι, αυτό το λεωφορείο δεν ήταν 49 χρονών. Πότε ήταν η επανάσταση του ’21; 2009 πλην 1821 = 188…
Εντάξει, ίσως να μην είναι τόσο παλιό...
- Καλημέρα! λέω στον οδηγό.
Με αγριοκοίταξε.
- Πόσα είναι το εισιτήριο; τολμώ να ξαναμιλήσω.
- €1.30 μου λέει.
ΠΟΣΟ;! ? δεν τόλμησα βέβαια να το πω δυνατά αυτό – ούτε καν ψιθυριστά. Βρήκα το ένα τριάντα, του το έδωσα, μου έδωσε το χαρτάκι και κάθισα.
Μπορείτε να φανταστείτε ένα κομπρεσέρ με τροχούς; Ένα τεράστιο ορθογώνιο κομπρεσέρ με τροχούς. Αυτό ακριβώς ήταν το λεωφορείο. Το κεφάλι μου και το περιεχόμενο του έγιναν χυλός σε μπαρουτοκαπνισμένη κατσαρόλα. Παρόλα αυτά έκανα αξιοθαύμαστη υπομονή, το είδα σαν εμπειρία. Όσα προσπερνώ οδηγώντας αφηρημένα εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά μου και είδα μια άλλη άποψη της πόλης. Ω, τι ωραία που είναι η παραλία από ψηλά! Ω, κάτι λείπει από εδώ! Ω, αυτό πότε κτίστηκε;! Ω, τι δουλειά έχουν δύο μαύρες καμηλοπαρδάλεις έξω από αυτό το τι-στο-καλό-είναι;!
Φτάνω στον προορισμό μου. Κατεβαίνοντας ρωτάω τον οδηγό τι ώρα περνάει το απόγευμα. Στις τέσσερις. Ωραία. Ευχαριστώ, γεια σας. Με ξανά-αγριοκοιτάζει.
Πήγα ζαλισμένη στη δουλειά, ξεζαλίστηκα, δούλεψα και σχόλασα. Φτάνω στη στάση του λατρεμένου λεωφορείου δέκα λεπτά πριν για να είμαι σίγουρη ότι δεν θα το χάσω και περίμενα. Περίμενα. Περίμενα. Η ώρα πήγε 4.15 κι εγώ περίμενα. Υπομονετικά μπορώ να πω. Ίσως ήμουν ακόμα στη φάση του ω! Ω, να θυμηθώ να κάτσω από τη πλευρά που θα βλέπει παραλία.
Στην ίδια στάση μια ασιάτισσα προσπαθούσε να μου εξηγήσει που ήθελε να πάει για να της πω πιο λεωφορείο να πάρει. Κοιτάχτηκα σε μια βιτρίνα. Καμία πινακίδα «information inside” δεν υπήρχε στο κούτελο μου. Προσπαθούσα όμως να τη βοηθήσω αποκωδικοποιώντας τη λέξη τσετς που μου έλεγε. Τσετς. Τσετς. Νιηόλα τσετς. Μετά από κάμποση ώρα χαρούμενη αναφωνώ: Church! Saint Nicholas Church!? The big Church? Saint Nicholas? Γες μου λέει. Της εξηγώ πιο λεωφορείο να πάρει. Τότε τσαντισμένη βγάζει μια κάρτα από τη τσάντα της και μου δείχνει τη διεύθυνση: Αγίας Φυλάξεως (wtf?). I will πάρω a ταξί, λέει και φεύγει.
Asia vs Cyprus 1-0!
Μετά την τόσο ενδιαφέρουσα συνομιλία η ώρα είναι 4.20 και αρχίζω κι εγώ να σκέφτομαι την προοπτική ενός ταξί. Και ως εκ θαύματος, ένα ταξί βρίσκετε μπροστά μου. Επειδή όμως δεν θέλω να πληρώσω ένα μεροκάματο για διαδρομή δέκα περίπου χιλιομέτρων ρωτάω πριν μπω πόσο κοστίζει.
- Δεκαπέντε με είκοσι ευρώ.
- ΟΚ, ευχαριστώ! κάνω να φύγω.
- Θα βάλω ταξίμετρο, μπορεί να είναι δεκαπέντε.
- Εντάξει, όχι, ευχαριστώ. απομακρύνομαι.
- Είναι πολλά επειδή είσαι μακριά.
- Είναι εντάξει, τόσο είναι, το ξέρω, όλα καλά αλλά δεν έρχομαι.
- Πως θα πας;
- Με το λεωφορείο.
- Με το ποιό;! Χαααααααααα χα χα χα χααααα
- Ευχαριστώ, γεια.
Ταξί vs Ουφ! 1-0
Μετά και από αυτή την ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική συνομιλία η ώρα πήγε 4.28, βράζω στο ζουμί μου τέσσερα ακόμα λεπτά και ακολούθως βλέπω το καμάρι μας να έρχεται χοροπηδητό από τα βάθη της Ανεξαρτησίας. Γεια σας, αγριοκοίταγμα, €1.30, η ζαλάδα, ο πονοκέφαλος και τα φρένα που ηχούν σαν να τραβούν την ουρά από δέκα γουρούνια ταυτόχρονα. Επιπλέον, επειδή καθυστέρησαν τα δρομολόγια τρέχει σαν τρελός ενώ εγώ σκέφτομαι ότι είμαι πολύ νέα για να πεθάνω τόσο άδικα μέσα σε ένα λεωφορείο, μέσα σε ένα λεωφορείο στη Λεμεσό, αν είναι δυνατόν! μήπως πρέπει να στείλω sms στα άτομα που αγαπώ; τα βιβλία μου σε ποιόν να τα αφήσω; άραγε θα πονέσω; Ωχ τα πλευρά μου!
Ναι, το λεωφορείο μου αρέσει. Αν υπήρχαν λεωφορεία θα τα χρησιμοποιούσα. Δυστυχώς όμως δεν έχουμε αυτή την επιλογή.
Δεν είναι επιλογή το να πληρώνεις €1.30 για να μπαίνεις μέσα σε ένα όχημα πενήντα χρονών, με ένα πιεσμένο από τα ηλίθια δρομολόγια οδηγό και διαδρομές κάθε άλλο παρά βολικές.
Δεν είναι επιλογή όταν όλα αυτά συμβαίνουν όχι σε απομονωμένα χωριά αλλά στα προάστια μιας μεγάλης πόλης που δίνει λεφτά για να φτιάξει δρόμους και αερογέφυρες αλλά οι αστικές συγκοινωνίες της φαίνονται ανέκδοτο.
Δεν είναι επιλογή το να αγοράζουμε όλοι αυτοκίνητα από τα δεκαοχτώ μας, να χρεωνόμαστε για αυτοκίνητα με ημερομηνία λήξης και να προκαλούμε ατυχήματα λόγω απειρίας αφού ο μπαμπάς ήταν κουμπάρος με τον αδελφό της γειτόνισσας του εξεταστή.
Δεν είναι επιλογή για τους ξένους να αγοράζουν ποδήλατα ή σαράβαλα κινδυνεύοντας και αυτοί και εμείς κάθε μέρα στους δρόμους.

Τελικά έφτασα σπίτι σώα και αβλαβής αν εξαιρέσουμε τον πονοκέφαλο, τα δέκα χρόνια που έχασα από τη ζωή μου λόγω φόβου και τους έξι μήνες στο τρελάδικο που πίστωσα λόγω ταλαιπωρίας.
Από αύριο ξανά κι εγώ με το αυτοκίνητο μου.
Δεν έχω άλλη επιλογή.


