Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα το όνομα μου τυπωμένο σε χαρτί. Μας είχαν φέρει στο σχολείο έναν υπολογιστή και καθόμασταν όλη η τάξη με τη σειρά και παίζαμε. Έγραψα το όνομα μου και το τύπωσα. Ένοιωσα περίεργα.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που ταξίδεψα, τον τρόμο στα μάτια της μάνας μου όταν μπαίναμε στο αεροπλάνο, που, αν έπεφτε, πως θα μπορούσε να μας σώσει;
Θυμάμαι όταν πέθανε η γιαγιά μου που με έπιασε νευρικό γέλιο μέσα στην εκκλησία ενώ όλοι γύρω μου κλαίγανε.
Θυμάμαι το λιμάνι της Σαντορίνης, πως με αποζημίωσε ξημέρωμα σε ένα κατάστρωμα, μετά από δεκάωρο ταξίδι γεμάτο ζαλάδες και εμετούς.
Θυμάμαι τον ξανθό τουρίστα με το ψάθινο καπέλο που μου χαμογέλασε ένα πρωί που μας κουβάλησε το σχολείο εκδρομή στη παραλία.
Θυμάμαι τις ατέλειωτες βόλτες στην Αθήνα όποτε είχα κάποιο πρόβλημα και την ως δια μαγείας λύση του όταν έφτανα πτώμα στο σπίτι.
Θυμάμαι όταν πήγα το χωριό της μάνας μου, στην άλλη πλευρά, που νόμιζα ότι βρέθηκα ξαφνικά σε έναν άλλο πλανήτη, όπου όλα είναι πιθανά και ο χρόνος μπορεί να γυρίσει πίσω.
Θυμάμαι ένα βιβλίο στο δημοτικό που έδειχνε ένα αυτοκίνητο σε κάτι κάμπους και έγραφε από κάτω Θεσσαλία και ήθελα να πάω στη Θεσσαλία με το αυτοκίνητο αλλά μου λέγανε ότι δεν γίνετε κι εγώ δεν μπορούσα να το πιστέψω, αφού το έγραφε το βιβλίο πως γίνετε να μη γίνετε;
Θυμάμαι τον παππού να τσακώνετε με τη γιαγιά για βλακείες, ο παππούς να νομίζω ότι θα πάθει εγκεφαλικό και η γιαγιά να γελάει κάτω από τα μουστάκια της.
Θυμάμαι το Τσερνομπίλ και τη πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι κάποτε, θα πεθάνω.
Θυμάμαι τη φιλόλογο μου στη δευτέρα γυμνασίου που την συμπαθούσα πάρα πολύ, και συνειδητοποιώ αυτή τη στιγμή ότι η γριούλα με τις ιστορίες από τα παλιά που μου έπιασε σήμερα τυχαία τη κουβέντα, μάλλον ήταν αυτή!
Θυμάμαι πως είναι να κοιμάσαι εφτά η ώρα το πρωί και να ξυπνάς πέντε το απόγευμα, νοιώθοντας ότι όλη η πόλη είναι στα πόδια σου.
Θυμάμαι τον πανικό που με παρέλυσε το πρώτο βράδυ που ήρθα μόνιμα Κύπρο και συνειδητοποίησα πόσο μακριά βρισκόμουν από ότι ένοιωθα δικό μου και αγαπούσα.
Θυμάμαι την έκθεση κόμικς στο Γκάζι την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και τα νατοϊκά στρατεύματα στη λαχαναγορά της Θεσσαλονίκης.
Θυμάμαι ένα βράδυ στο village, που ο φίλος μου μόλις είχε αγοράσει το πρώτο του κινητό και έγραφε μηνύματα σε όλη τη διάρκεια της ταινίας στον μοναδικό φίλο του που είχε και εκείνος κινητό και την έκπληξη μου μόλις συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να πατάς μέχρι και τρεις φορές ένα κουμπί για να βρεις το γράμμα που έψαχνες!
Θυμάμαι που δεν ήξερα τι είναι το :-) και το :-( και το :Ρ και τώρα γράφω omg και LOL ενώ πολύ πρόσφατα έμαθα και το Ο_ο.
Θυμάμαι που η τηλεόραση ξεκινούσε με μικιμάους η ώρα έξι το απόγευμα και κάθε φορά πήγαινε κάποιος από τη παρέα να ελέγξει αν έπαιζε κάτι καλό για να πάμε σπίτι ή βλακείες για να συνεχίσουμε το παιχνίδι μας.
Θυμάμαι το American Beauty όταν το είδα στο σινεμά και δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι όλο το βράδυ.
Θυμάμαι το κλάμα που έριξα με το ρώσικο υποβρύχιο, με το αεροπλάνο της ήλιος, με τους τρεις νεκρούς προχτές στη τράπεζα.
Υγ. η παράσταση είναι καταπληκτική, να τη δείτε!
