Με αφορμή τον ποιητικό λόγο του Panic τζαι με την ευκαιρία της επαναλαμβανόμενης
επιτυχίας μου τον τελευταίο τζαιρό να οδηγώ στο highway χωρίς να κατουρηθώ στα μισά του δρόμου τζαι να γυρεύκω βενζινάδικο μες τες
ερημιές (εξέρατε το ότι τα βενζινάδικα έχουν τουαλέτες τζαι στην Κύπρο εκτός
που τες αμερικανικές ταινίες;;), αυτό το ποστ είναι αφιερωμένο σε κάποια
τραγικά περιστατικά ταξιδιωτικού κατουρήματος, όπου η προοπτική να τα κάμω πάνω
μου ήταν τζει που την πιθανή αλλά τελικά η αυτοσυγκράτηση τζαι η αξιοπρέπεια
μου βγήκαν νικήτριες.
Στο αυτοκίνητο μου. Έθελεν η μάνα μου να την πάρω να προσκυνήσει σε μιαν
εκκλησιά πας σε κάποιον βράχο σε ένα χωρκό. Εγώ εν έθελα αλλά ήταν που τζείνες
τες περιπτώσεις που εν μπορούσα να αποφύγω οπότε ήμουν που την αρχή μες τα
νεύρα, εν εβρίσκαμε που στ’ ανάθεμα ήταν γιατί εννοείται ότι εχαρατζίστικα τζαι
εννοείται ότι ερώτουν φωναχτά το σύμπαν που στ’ ανάθεμα ήταν κάμνοντας τη μάνα
μου να αρχίσει τους εξορκισμούς, τζαι εκατουρκούμουν τόσο πολλά που ενόμιζα
εννά εκραγώ μέχρι να καταλήξω σε ένα περίπτερο να ρωτώ απελπισμένη την
περιπτερού αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τη τουαλέτα της. Δίστασε για περίπου πέντε
μαρτυρικά δευτερόλεπτα πριν με αφήσει, ευτυχώς πρόλαβα τζαι γλύτωσε τη λαντούα
μπροστά στο ταμείο.
Στο λεωφορείο για το αεροδρόμιο. Είχα φύει που το σπίτι καμιά ώρα πριν,
ήταν ξημερώματα, κρυαδούα, εκαρτέρουν στην στάση τζαι εφύσαν, ήρτεν τζαι
ξεκινήσαμε τζαι εσούζετουν πας τον «νέο δρόμο» που υποτίθεται εν νέος αλλά που
τα πατσιαρίσματα που του κάμνουν τόσα χρόνια εγίνηκε σαν το τέρας του
Φράνκεσταιν, εν τζαι θέλει τζαι πολλά. Υπέφερα σιωπηλά, υπέφερα
μισομουγκρίζοντας, υπέφερα χαϊδεύοντας στοργικά τα ποτέθκια μου για
συμπαράσταση στο δράμα τους, αναρωτιόμουν αν μπορώ να πω στον οδηγό να
σταματήσει κάπου, ευτυχώς εβούραν σαν τον πελλό τζι εγώ εκάρφωσα τα μάτια μου
πάνω στο ρολόι του λεωφορείου τζαι εμέτρουν τα λεπτά που επερνούσαν. Στο
ράουνταπάουτ του Καλού Χωριού επανηγύριζα, μόλις φτάσαμε στο αεροδρόμιο
εσκέφτουμουν να αφήσω τη βαλίτσα μου τζιαμέ που ήταν τζαι να πάω βουρητή
τουαλέτα, τελικά άντεξα, μπήκα μέσα τζαι έτσι όπως εν απέναντι στην άλλη άκρη οι
τουαλέτες, επήα κιουρία με τη βαλιτσούα μου ολόισια μέσα.
Στο αεροπλάνο. Εξανάγραψα για την πιο επεισοδιακή πτήση της ζωής μου, ένας
συνδυασμός θρίλερ, τραγικής ειρωνείας, fasten your seatbelts, δράματος και κατουρήματος.
Μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο, οι μισοί επιβάτες εκάμαμε ουρά στες τουαλέτες
τζαι εκοιταζόμασταν με ένα ύφος «εκατάφερα τα», τζαι δεν εννοούσαμε «δεν έπαθα
υστερία», «δεν λιποθύμησα», «δεν σηκώθηκα πάνω να ουρλιάζω αφήστε με να φκω»
αλλά «δεν εκατούρησα πάνω μου».
Τζαι ένα αστείο για το τέλος, όπου η πρόσβαση σε τουαλέτα ήταν πανεύκολη,
σε τρένο αλλά το τρένο εσούζετουν. Τζαι επειδή εσούζετουν ήταν λλίο δύσκολο να
πετύχεις τη τουαλέτα αν δεν έθελες να έσιεις άμεση επαφή με το σελλί το οποίο
δεν ξέρεις πόσοι κώλοι είχαν επισκεφτεί προηγουμένως. Τσουλλοκαθιστή, να
προσπαθώ να πετύχω τον κινούμενο στόχο χωρίς να τα κάμω κάτω ή πάνω μου, η
επιχείρηση ευτυχώς στέφθηκε με επιτυχία τζαι ήμουν τόσο χαρούμενη για αυτό που
εκατάφερα, που ήθελα να το κάμνω ανακοίνωση σε όποιαν συνεπιβάτισσα έβλεπα
μπροστά μου.