Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Να καταπλήξουμε τα πλήθη

Ο Δημήτρης Χορν είναι ο αγαπημένος μου έλληνας ηθοποιός, έχω δει σχεδόν όλες του τες ταινίες. Θυμούμαι κάτι Κυριακές μεσημέρια στην ερτ που έβαζε παλιές καλές ελληνικές ταινίες, η πρώτη ταινία του που είδα ήταν το Κορίτσι με τα μαύρα. Κεραυνοβόλος έρωτας. Κάλπικη λίρα, Αλίμονο στους νέους, Κυριακάτικο ξύπνημα, Μια ζωή την έχουμε, πρέπει να είδα το κάθε ένα πάνω από δεκαπέντε φορές.

Όταν έμαθα ότι ο ΘΟΚ θα ανέβαζε το Μια ζωή την έχουμε, ανησύχησα γιατί ο ΘΟΚ, εχμφ είναι ο ΘΟΚ. Ηρέμησα κάπως όταν η ανυπομονησία να δω στο θέατρο αυτή την ιστορία, η περιέργεια για το πώς θα το έκαμναν, το ότι δεν παίζει ο Νεοκλής Νεοκλέους τον πρωταγωνιστικό ούτε κανέναν άλλο ρόλο, τζαι ο θαυμασμός μου για οτιδήποτε άλλο είδα από τον Προκόπη Αγαθοκλέους που πρωταγωνιστεί, υπερίσχυσαν.

Η πρώτη παράσταση που θυμούμαι να έχω δει στη ζωή μου, ήταν πάλε από τον ΘΟΚ τζαι πάλε βασισμένη σε ταινία με τον Δημήτρη Χορν. Εντυπωσιάστηκα τότε από τον Βαρνάβα Κυριαζή που πρωταγωνιστούσε τζαι δεν θυμούμαι τίποτε άλλο, μόνο αυτόν τζαι τον καναπέ που μετακινήθηκε μόνος του στη σκηνή που ο διάβολος αποδεικνύει την παρουσία του, ήταν πολλά εντυπωσιακό εφέ για οχτάχρονο τη δεκαετία του ογδόντα. Ο Κυριαζής σήμερα φακκά μου τζαι νομίζω πως εν κομμένος ραμμένος πάνω του ο ρόλος του Ναι, Εγώ.

Σήμερα απόλαυσα την παράσταση λόγω των ηθοποιών. Ο ρόλος των παλιών, του ενός παλιού δηλαδή, αφού ο άλλος ήταν διευθυντής τόσα χρόνια τζαι τωρά εξανάγινε ηθοποιός τζαι όπου να σαι θα ξαναγίνει διευθυντής, ήταν πολλά μικρός τζαι όλοι οι άλλοι είναι νέοι τζαι δεν προλάβαμε να τους βαρεθούμε, άσε που κάποιους από αυτούς απολαμβάνω ιδιαίτερα να τους βλέπω, μόνο που συνήθως παίζουν τόσοι πολλοί μαζί τζαι δεν μπορείς να εστιάσεις σε κανέναν, σκοτώθηκα να αναγνωρίσω τη Μαργαρίτα Ζαχαρίου. Αλλά,

η παράσταση ήταν αχρείαστη. Δεν εννοώ ότι μια παράσταση πρέπει να είναι χρήσιμη σε κάτι, ή ίσως τζαι να πρέπει να είναι χρήσιμη σε κάτι, δεν ξέρω. Αλλά ήταν ξεπατίκωμα της ταινίας, η μόνη σύγχρονη προσέγγιση που είδα ήταν η αναφορά σε ευρώ αντί δραχμές, το πάρτι, το σεξ, το σκηνικό ήταν πολλά ωραίο αλλά δεν το εφόρεν η σκηνή του Ριάλτο, ήθελα να μεν ακολούθαν τόσο πιστά τη ταινία –γενικά βαριέμαι να βλέπω κάτι ακριβώς το ίδιο με κάτι άλλο το οποίο υποτίθεται δεν θα αντέγραφε, όσο ωραίο τζαι να είναι το παλιό πιστεύκω πως άμα ξέρουν το αρχικό, οι μισοί θεατές περιμένουν να δουν τζείνο που ξέρουν τζαι οι άλλοι μισοί κάτι πολλά διαφορετικό. 

Δεν θα έπρεπε η παράσταση να μας δώσει κάτι διαφορετικό; Αυτό το ένοιωσα πολλά έντονα στο τέλος, κάγκελα, γιατί κάγκελα; ήταν στο λιμάνι τζαι που ποδά ήταν αυτοί που ταξίδευαν τζαι που ποτζεί οι φίλοι και συγγενείς τους αλλά εν είμαι σίγουρη αν το είδαμε τζαι αν το εκαταλάβαμε. Η Ευλαμπία χάνει τα μαργαριτάρια της τζαι εν την νοιάζει γιατί τελικά αγαπά τον που τα καλά, ο φύλακας έσιει τη διεύθυνση του Κλεό τζαι στέκεται που πάνω της τζαι ξέρουμε ότι θα της την δώσει τζαι θα τον ξαναδεί άρα το τέλος αν τζαι λυπητερό έσιει μιαν ελπίδα. Ξέρουμεν το; Είδαμεν το;

Ένοιωσα πως στο τέλος η παράσταση εβιάζετουν να τελειώσει τζαι νομίζω πως ετέλειωσε αμήχανα, όπως τούτο το ποστ. 


Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Μοντάζ*

Κάτσε να σου πω μια ιστορία. Είχαν ταξιδέψει αεροπορικώς από την Αγγλία στη Μιννεάπολη για να κοιτάξουν μια τουαλέτα. Ήταν ένα γκρίζο κτίριο, χαμηλό και ογκώδες, με τριάντα τέσσερις μόνο ορόφους. Ήταν μια λαμπρή κρύα μέρα του Απρίλη, και τα ρολόγια έδειχναν μία το μεσημέρι.

Είναι κατά βάθος τραγική η εποχή μας, έτσι κι εμείς αρνούμαστε να τη δούμε τραγικά. Πρώτα απ’ όλα, δείτε όλα τα βιβλία. Είναι πανθομολογούμενη αλήθεια ότι ένας ανύμφευτος άνδρας με μεγάλη περιουσία θα χρειάζεται οπωσδήποτε και μία σύζυγο.

Στη Βίλα Μποργκέζε ζω. Όταν ήταν δεκατριών χρονών, ο αδελφός μου ο Τζεμ έσπασε άσχημα το χέρι του στον αγκώνα. Αν θέλετε λοιπόν στ’ αλήθεια να τ’ ακούσετε, τότε πρώτο και κύριο μπορεί να περιμένετε να σας πω πού γεννήθηκα, και τι φρίκη που ήτανε τα παιδικά μου χρόνια, και τι φτιάχνανε οι δικοί μου και τα ρέστα πριν με κάνουνε, κι ένα σωρό αηδίες και ξεράσματα καταπώς στο Δαβίδ Κόπερφηλντ, όμως δεν έχω όρεξη να πιάνω τέτοιες ιστορίες. 


*η πρώτη πρόταση από δέκα βιβλία, επιλεγμένα με τυχαία σειρά. 


Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Ο Maurice και το λεωφορείο

Πριν λλίες μέρες ένα μεσημέρι που είσιεν ωραίον ήλιο είχα την υπέροχη, την καταπληκτική ιδέα να πείσω τον Maurice να πάμε περπατητοί στο κέντρο να δούμε παράσταση καραγκιόζη στον χαρουπόμυλο.

Δαμέ τωρά κανονικά αν ήταν ταινία θα έκαμνε fade-out τζαι θα μεταφερόμασταν σε μια πλατεία ενός χωριού της δεκαετίας του σαράντα – πενήντα, καρέκλες που τον καφενέ στημένες στη σειρά, στην βεράντα του καφενέ τα πράματα του καραγκιοζοπαίχτη, τα μωρά να βουρούν γυρόν που το πανί, οι μεγάλοι να συζητούν τζαι να μαζεύεται κόσμος σιγά σιγά. Fade-out εν έκαμε, αλλά εσκέφτηκα το γιατί η σκηνή στον χαρουπόμυλο έμοιαζε πολλά –ευτυχώς εν επρόσεξα καμιά λουί βιτό να λιποθυμά με τους συνειρμούς μου.

Έκαμεν μου εντύπωση που είσιε τόσες οικογένειες τζαι μωρά τζαι αναρωτιόμουν, χωρίς να έχω δει ποττέ μου καραγκιόζη, αν θα είσιεν απήχηση πάνω τους χωρίς ειδικά εφέ ή 3D. Τελικά επαρεξήγησα τα μικρά γιατί εδιασκεδάζαν το τζαι εσυμμετείχαν όποτε τους το ζητούσε ή όποτε εν τους το ζητούσε ο καραγκιοζοπαίχτης τζαι ως το τέλος δεν ξέρω αν οι μεγάλοι εγελούσαμεν με τον Καραγκιόζη ή τες ατάκες των μωρών. Καραγκιόζης: ννφψηγ νξφξβ ωηφωβ. Μωρό δίπλα μου: αΑ;!

Φεύγοντας, ο Maurice ήθελε να στραφούμε περπατητοί πάλε, αλλά δέκα χιλιόμετρα μέσα σε μια μέρα είναι πολλά για τες αντοχές μου οπότε έπεισα τον να πιάσουμε λεωφορείο, μέσο μεταφοράς που είσιεν να χρησιμοποιήσει στην Κύπρο που την τρίτη γυμνασίου.

Δράμα νούμερο ένα: πού είναι η στάση; Σαρανταεφτά δευτερόλεπτα περπάτημα από εδώ που ήμαστε.

Δράμα νούμερο δύο: εν Κυριακή, αν περνά κάθε μισή ώρα τζαι μόλις το χάσαμε; Περνά κάθε δεκαπέντε λεπτά και ας ελπίσουμε ότι δεν το χάσαμε.

Δράμα νούμερο τρία: ΠΟΣΑ είναι το εισιτήριο;;!! Ναι, εν πολλά γαμώτο.

Μετά από αναμονή τριών λεπτών, τζαι ενώ ο Maurice επανασχεδιάζει το ντιζάιν της στάσης προσθέτοντας ηλεκτρονικούς πίνακες οι οποίοι αναγράφουν τα δρομολόγια τζαι τες ώρες των λεωφορείων, έφτασε.

Με το που μπήκαμε, μεταμορφώθηκε. Ο Maurice, όι το λεωφορείο. Ακαριαία του θύμισε την Αθήνα, έψαχνε το μηχάνημα ακύρωσης των εισιτηρίων τζαι άρχισε να μελετά πού θα πρέπει να μπουν τέτοια μηχανήματα για να βολεύκει όλους τους επιβάτες. Τζαι φυσικά θα πρέπει τα εισιτήρια να αγοράζονται από πριν, δεν γίνεται να καθυστερεί τόσο ο οδηγός.

Ο οποίος οδηγός άκουεν σκυλάδικα ή «μοντέρνα», ποτέ δεν καταλαβαίνω την διαφορά τζαι προσπαθούσαμε να θυμηθούμε αν στην Αθήνα οι οδηγοί λεωφορείων ακούν ραδιόφωνο στη διαπασών. Δεν νομίζω γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε καθημερινούς καυγάδες με όλους τους επιβάτες, τζαι μεταξύ τους τζαι με τον οδηγό. Στη Κύπρο, ακούει ότι θέλει γιατί οι ρώσοι, εγγλέζοι, τιμπουκτουιανοί μπορεί να θέλουν να μάθουν για την (υπό)κουλτούρα μας οπότε δεν τους νοιάζει, όι πως θα ελαλούσαν τίποτε οι κυπραίοι αν είχαν κάποια άλλη άποψη περί της μουσικής που θα ήθελαν να τους συνοδεύει, το πολλή πολλή να το εσχολιάζαν μεταξύ τους τζαι μετά να το εγράφαν μες το μπλογκ τους.

Πλησιάζοντας προς το σπίτι, δράμα νούμερο τέσσερα. Πού θα κατεβούμε; Τον καθησυχάζω λέγοντας του ότι υπάρχει στάση δέκα βήματα πριν τζαι δέκα βήματα μετά τζαι παθαίνουμε ένα μικρό πανικό ποια στάση να επιλέξουμε. Δεν είμαστε ανθρώποι των πολλών επιλογών, μπλοκάρουμε τζαι ώσπου να καταλάβουμε τι θέλουμε, πάει, επέτασεν το πουλλίν.

Φυσικά, παραλίγο να χάσουμε τη στάση επειδή εθυμηθήκαμε τζαι ελαλούσαμεν ιστορίες λεωφορείων από την Αθήνα, ο Maurice μια φορά πάτησε το κουμπί σε λάθος στάση αλλά ενώ το κατάλαβε έγκαιρα αντράπηκε να μεν κατεβεί όταν σταμάτησε το λεωφορείο τζαι εβρέθηκε μόνος του μες τες ερημιές τζαι εγώ εθυμήθηκα μια φορά που σε τρεις στάσεις έμπαινε ο ένας τζαι εκατέβαινε ο άλλος διαδοχικά μια τύπισσα που εζητιάνευε, ένας ακορντεονίστας, τζαι ένας τύπος που πουλούσε μολύβια κάμνοντας μια μισότρελη δίπλα μου να σχολιάζει τα πάντα με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι επιβάτες να ακούουν τον τύπο που πουλούσε μολύβια, με συνοδεία ακορντεόν, με λάιβ περιγραφή από την μισότρελη τζαι ψυχαγωγικό σόου από εμένα που είχα διπλωθεί στα δύο τζαι εγελούσα σπασμωδικά με τα μάτια μου να τρέχουν τζαι να μεν μπορώ να σταματήσω.

Ευτυχώς που κάποτε δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα με φωτογραφικές τζαι κάμερες. 


Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Κυπριακό σήριαλ επιστημονικής φαντασίας

Επειδή είμαι ψηλή, ξανθιά, με γαλανά μάτια τζαι όπου πάω έχω τούτο το πρόβλημα που μου κολλούν ούλλοι τζαι μπορώ να διαλέξω όποιον θέλω τζαι εντελώς τυχαία ούλλοι μου οι γκόμενοι είναι θεογκόμενοι, δεν μπορώ να ταυτιστώ με τούτο το σήριαλ που τούτοι που παίζουν, ή μάλλον τούτοι που το γράφουν, πρέπει να πίνουν πολλή που τον τίτλο, εν εξηγείτε αλλιώς το ότι η μια ατάλαντη ασχημομούρα προτιμά τον Αχιλλέα που γαμώτο έλεος, έναν πρωταγωνιστή σαπουνόπερας Μπάμπη, Πανίκο (μεν θυμώσεις), άτε Γιώργο, Αντρέα, Βρασίδα, κάτι άλλο ρε παιδί μου, πόσους Αχιλλέες, Φίλιππους, Αλέξανδρους κανεί, να τον προτιμά τούτον λοιπόν που τον Σήφη αν είναι δυνατόν που εκτός από κούκλος θεός γλυκός ήλιος καλοκαιρινός, επειδή εν κρητικός έπρεπε να τον λαλούν Σήφη που γαμώτο έλεος, έναν τύπο που να παίζει τον κρητικό τζαι να μεν τον λαλούν Σήφη εν μπορούν να βάλουν, τζαι η άλλη η πτωχή πλην τίμια πόρνη να ζει με τον πως τον λεν τον Ζένιο τζαι να της λαλεί ο Καρυστινός, ο Καρυστινός αν είναι δυνατόν να ζήσει μαζί του τζαι να το σκέφτεται ρε γαμώτο τζαι γενικά να χάνει η μάνα το παιδί τζαι το παιδί τον τζύρη.


Είδα Μπρούσκο τζαι πάω να δω Wim Wenders για να ισορροπήσω! 


Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Φεησμπουκική ερώτηση

Βρίσκεις κάπου μιαν ωραία φωτογραφία ή βίντεο ή λινκ που δείχνει έναν τίτσιρο, ή μιαν τιτσίρα ή ένα σιυλλούι, ή ένα καττούι, ή κάτι τελοσπάντων που σου αρέσκει τζαι βάλλεις το στο Facebook. Ή κατεβαίνει σου μια εξυπνάδα τζαι κάμνεις την στάτους. Ωραία, κατανοητό, κάμνω το τζι εγώ, ακατάχνωτα.

Η ερώτηση μου: γιατί κάμνεις λάικ του εαυτού σου σε τζείνο που έβαλες; Αφού για να το βάλεις, σημαίνει αρέσκει σου, γιατί πρέπει να κάμεις τζαι λάικ που πάνω; Τζαι αμέσως μόλις κάμεις το ποστ, όι μετά που δύο ώρες για να ανανεωθεί τζαι να το δουν όσοι εν επρολάβαν να το δουν πριν από δύο ώρες (είπαν μου το σαν πιθανή εξήγηση).

Μια γνωστή μου έλεεν μου ότι ερώτησε κάποιον φρεντ της στο φπ για ποιο λόγο κάμνει λάικ του εαυτού του (ο συγκεκριμένος κάμνει λάικ τζαι στα κόμμεντς του) τζαι η απάντηση του ήταν ότι έσιει τζείνη κάτι μαζί του τζαι αντιπαθά τον τζαι πως ότι βάλλει κριτικάρει τον. Που εν αλήθκεια, επρόσεξα το τζι εγώ, αλλά άμα δείτε την profile photo του τύπου εννά καταλάβετε πολλά. Την ερώτηση όμως δεν της την απάντησε.


Φωτίστε με σας παρακαλώ, κάμνετε το; Κάμνουν το άλλοι που ξέρετε; Ερωτήσατε τους για ποιο λόγο το κάμνουν; Τι σας είπαν; Μπορεί να εν κάτι απόλυτα λογικό το οποίο δεν μπορώ να σκεφτώ τζαι ππέφτουν πλάσματα που το μάτι μου άδικα; 


Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Love Cyprus?

Μάλλον παραπλανητικός ο τίτλος τζαι προβλέπω να μου κατέβουν τουρίστες τζαι να τους διώξω με τούτα που γράφω αλλά άτε, έννεν εγώ που φταίω, εν οι εγκέφαλοι πίσω που τη καμπάνια του κοτ. Αλλά που την άλλη, εν τζαι ξέρουν ελληνικά, εννά δουν τες λεζάντες τζαι η δουλειά του κοτ εννά γινεί. Τζαι αν δοκιμάσουν να βάλουν σε google translate τα κυπριακά, θα βρεθούν μπροστά στη δίωξη καλού γούστου.


ελάτε, μεν αφήκετε σκουπίθκια, μεν κλέψετε τίποτε, σκοτώστε τον χρόνο σας. brilliant. 

η σουηδέζα Μαίρη Παναγιωταρά μετατρέπεται σε παρουσιάστρια πρωινάδικου μόλις της δώκει ο κυπριακός ήλιος του Ιούλη. 

πας τα ακάμωτα, ένα βήμα να κάμεις πας στο ταξίδι το αγύριστο.

οπότε, κάτσετε έσσω σας, καλέστε φίλους φάτε πιείτε μούχτιν, δείτε καμιά κυπριακή ταινία σε ντιβιντί τζαι εν το ίδιο. 

η λεζάντα της φωτογραφίας έλεεν ότι αυτή είναι η μοναδική κίνηση που βρίσκεις στην Κύπρο. επειδή ολόκληρη η Κύπρος εν μέσα σε ένα θόλο όπως στο Truman Show, ή κάτι εξωτικά πάρκα στο κέντρο του Πεκίνου. 

λερωμένη παραλία, λερωμένο παιδάκι. παραλία στην Καραϊβική, ένα καλό βιβλίο. πάμε Καραϊβική. 

no gravity

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Το καλάντισμα

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μισούσα τα Φώτα γιατί έπρεπε να έρθει να κάνει επίσκεψη ο κάθε πάτερ Ποτέθκειος, ο οποίος με την εξουσία που του παρέχει το ράσο (που κάνει τον παπά) θεωρεί ότι μπορεί να εισβάλλει στα ξένα σπίτια, να ανοίγει πόρτες ακόμα και της κρεβατοκάμαρας (ακόμα θυμάμαι μια φορά που με πέτυχε με το μπουρνούζι) να ανεμίζει το μαρούλι/ρόκα/δυόσμο/ότιναναι τζαι να πιτσικλίζει όλο τον τόπο με νερά, τζαι στο τέλος να σου την διά πας τη κκελλέ με τα -αλήθεια τι χόρτο είναι;- κάμνοντας το φρέσκο-ισιωμένο μου μαλλί να φριζάρει ακριβώς στο σημείο τζαι στο σχήμα του μπουκέτου, λίγα δευτερόλεπτα πριν από τον μεγάλο μου εφιάλτη που είναι το φίλημα του σταυρού και απαραιτήτως, αφού σου το βάλλει μες τα μούτρα πριν προλάβεις να απομακρυνθείς, του χεριού του πάτερ Ποτέθκειου μας, τα οποία προηγουμένως φίλησε η μισή ενορία την οποία ευτυχώς δεν γνωρίζω και ούτε θέλω να μάθω.

Δηλαδή ειλικρινά, φαντάσου έναν τύπο ολόιδιος ο Ρασπούτιν, να χτυπά την πόρτα μες τη μαύρη νύχτα, να μπαίνει μέσα πριν προλάβεις να πεις «δώσαμε», να ανοίγει πόρτες μέσα σε όλο το σπίτι, τρία τέσσερα παιδάκια να παιανίζουν στην είσοδο, ο σκύλος να αφηνιάζει (κι εγώ να σκυλιάζω) να προσπαθώ να καταλάβω αν είμαι ντυμένη και τι φορώ αφού περίμενα να έρθει πριν τρεις ώρες και τελικά ήρθε αμέσως μόλις έβαλα πυτζάμες, ή να είμαι με τις πυτζάμες από το πρωί επειδή είναι πολύ νωρίς ακόμα για να έρθει αλλά μάντεψε, ήρθε, γκρινιάζοντας από το πρωί για το δικαίωμα μου να χαλαρώσω στο σπίτι μου χωρίς να πρέπει να ανοίξω την πόρτα στον καθένα, και γενικά να μεν θέλω να του φιλήσω τίποτε τζαι τελικά μόλις μου κάτσει τον σταυρό μες τα μούτρα να κάμνω μεγαλόπρεπα στα όρια της καρικατούρας τον σταυρό μου τζαι να φιλώ τον δικό του, να παίζω πελλό για το χέρι του τζαι μόλις φεύκει να κάμνω γαργάρες με μπετατίν.

Μα τι ωραία έθιμα. Τουλάχιστον θα φάμε λουκουμάδες.